Γερασμένη τώρα πια,
εγώ κι αν είδα να περνούν
παιδιά με φλόγα μες στα μάτια
για της Ανατολής το θαύμα.
Γερασμένη τώρα πια,
κι αν έχω ακούσει εγώ φωνές:
Σειρήνες τόσες, ή ακόμα
την Καλυψώ αφιονισμένη.
Μα μένω εκείνο το κορίτσι:
η Ναυσικά που περιμένει…
Η Ναυσικά που περιμένει να φανεί
ενός αιώνιου Οδυσσέα το πανί.
Γερασμένη τώρα πια,
εγώ κι αν είδα να γυρνούν
τα πλοία σ’ έρημα λιμάνια·
να ξεφορτώνουν μαύρο κλάμα.